Language Switcher

Τὰ τσιουκανστάρια

«Τὰ τσιουκανστάρια»

Σὰν νὰ τοὺν βλέπου τοὺν Κουτσιάκου, χαμογελαστὸς μέχρι τ’ αὐτιὰ καὶ ἱδρωμένος κατακόκκινος, νὰ φτάνει στὴν πλατεῖα τοῦ χωριοῦ κρατώντας καὶ στὰ δυό του χέρια δυὸ ἁρμαθιὲς μὲ φυσεκλίκια ἀπαστράπτοντα στὸν ἥλιο τοῦ μεσημεριοῦ, ἀπὸ τὴν χάλκινη λάμψη τῶν σφαιρῶν.

Ποῦ τὰ βρῆκες ῥέ; Τὰ βρῆκα στοῦ ῥέμα, ἰκεῖ ἀπ’ πλὲν’ οἱ γναῖκις τὰ ῥοῦχα κι τὰ στουμπᾶν μι τοὺν κόπανου, λίγου παραπάν’ ἀπ’ τοὺν Ζουριό, κουντὰ στοὺν Μύλου ντέ! κάτ’ ἀποὺ μνιὰ χουχλάκα! Πῆγα νὰ ντὴν σκώσου γιὰ νὰ φκιάσου μνιὰ δέση στοῦ ῥέμα κι νὰ στουμπήσου σφλῶμου γιὰ νὰ πιάσου ψάρια κι ἦταν ἀπ’ κάτ’ ἀπ’ τ’ μπέτρα τὰ φυσικλίκια. Δὲν ξανάχα δεῖ τέτοια φυσεκλίκια, παρὰ πολὺ ἀργότερα, τὰ σταυρωτὰ στὸ στῆθος τοῦ Ἄρη στὴν γνωστὴ ἀσπρόμαυρη ἀφίσσα, ἐνῷ τώρα λάμπανε μπροστὰ στὰ μάτια μου ὅπως τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στ’ ἀλαφρὰ σπαθιά, ποὺ λέει καὶ τὸ ἰαμβικὸ δεκαπεντασύλλαβο τῶν Κολοκοτρωναίων.

Σν’ ἀστυνομία νὰ τὰ πᾶς κακουμοίρη ‘μ, ἅμα σι μπλάξι πθινὰ οὑ χουρουφύλακας ἡ Καλουπίτας κι σι ἁρπάξει στὰ χέρια τ’, τὰ χαρέλια σ’ μαῦρι μ’…

Διάσπαρτα πολεμικὰ κατάλοιπα τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἀντάρτικου στὰ ἀγροτικὰ χωριὰ ἀλλὰ καὶ στὶς πόλεις, ποὺ ἔσπερναν τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀναπηρία  μὲ θύματα μικρὰ παιδιὰ κυρίως, ποὺ ἡ φυσικὴ ἀθῷα περιέργεια ἔσκαγε στὰ χέρια τους ἀδέσποτες χειροβομβίδες καὶ τέτοιου εἴδους φιλολαϊκὰ ὑλικά. Δεκαετία τοῦ 1960 στὸ χωριό.

Γεννημένος ἐκεῖ πέντε χρόνια μετὰ ἀπ’ τὴν «ἐπίσημη» λῆξη τοῦ Ἐμφυλίου μας. Χωριὸ μικρό, ἀγροτοκτηνοτροφικός βιότοπος ἀκόμη, μὲ τὸ ἀλέτρι καὶ τὸ κλειδοπίνακο ἀπ’ τὸν Ἠσίοδο φερμένα, μὲ περιβόλια καὶ νερὰ, μηλιές, μποστάνια καὶ ἄλογα παρέα.

Πρέπει νὰ ἤμουν ἕξι μὲ ἐφτὰ χρονῶν, ποτὲ δὲν εἶχα φτιάξει τσιουκανστάρι μόνος μου, ἦταν δύσκολο. Οἱ πιὸ μεγάλοι τἄφτιαχναν, οἱ δέκα, ἔντεκα χρονῶν καὶ πάνω. Βλέποντας τὶς δεσμίδες ἀπὸ τὰ φυσεκλίκια, σκέφτηκα πόσα τσιουκανστάρια θὰ μπορούσαμε νὰ φτιάξουμε μ’ αὐτοὺς τοὺς κάλυκες, ἅμα ἀδειἀζαμε τὴν σφαῖρα ἀπ’ τὸ μπαροῦτι, ἀφοῦ πρῶτα βγάζαμε τὸ μολυβένιο βλῆμα ἀπὸ μπροστὰ κι ὕστερα ἀπὸ πίσω τὸ καψοῦλι, ὥσπου νὰ μείνῃ σκέτος κάλυκας. Προσέχοντας στὴν ὅλη διαδικασία μὴν πέσῃ ἡ σφαῖρα καταγῆς καὶ κρούσῃ σὲ καμμιὰ πέτρα τὸ καψοῦλι καὶ τότε… ζωὴ στὰ κατσκομούλαρα

Δὲν γίνονταν ὅμως νὰ μὴν δὲν πᾶν σν’ ἀστυνομία τὰ εὐρεθέντα φυσεκλίκια, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν σκάγαμε κιόλας, βρίσκαμε κάλυκες ἕνα σουρό. Τὰ πῆγι σν’ ἀστυνομία ἡ Κουτσιάκους, τὸν ὁποῖον θυμᾶμαι, χρόνια ἀργότερα, ἐπέπληττε ἡ μανιὰ ἡ Μοῖρα, ἡ ἁγία διακόνισσα τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ, γιὰ τὴν ἐμφάνισή του: Ἀει Κώτσιου ‘μ, πίνς – πίνς τσιγάρις, κόψ’ τὰ μαλλάκια ‘σ, βάλι κι ἕνα κασκέτο νὰ φαίνεσαι ἄντρας! Κάθε «λοῦκ» κι ἡ ἐποχή του.

Κάλυκας, μολῦβι λιωμένο, ἕνα καρφὶ ἴσιο μπροστά χωρὶς μῦτη καὶ σπιρτάδα. Μετὰ τσιουκάνιμα στὴν ἄσπρη πέτρα τὴν γυαλιστερή, στὸν τοῖχο τοῦ κοινοτικοῦ γραφείου. Μπάμ! Ποιὸς θὰ κάνει τὸ μεγαλύτερο μπάμ καὶ τὴν πιὸ μεγάλη κάπνα πάνω στὴν ἄσπρη ἀρχαῖα πέτρα τὴν ἐνταγμένη στὸν τοῖχο. Ἄν καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ εἶναι χτισμένη μὲ ἀρχαῖα μέλη καὶ κίονες εἰδωλολατρικῶν κτισμάτων τῆς ἀρχαίας ἀκμής τῆς πάλαι ποτὲ πόλης – κράτους, ἐντούτοις ἕνας ἐνδόμυχος σεβασμὸς τῶν πιτσιρικάδων, ἰσχυρότερος ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ χωροφύλακα, ἀπέτρεπε νὰ χρησιμοποιηθοῦν οἱ μαρμάρινες πέτρες της ὡς πεδίον βολῆς τσιουκανισταριῶν.

Δὲν μποροῦσα, ἤμουν μικρός νὰ φτιάξω τσιουκανστάρι καὶ νὰ τσιουκανίσου κι ‘γώ, καμάρωνα ὅμως τοὺς τρανότερους τῶν δέκα – δώδεκα χρονῶν. Καὶ κάλυκα ποὺ εἶχα, δῶρον ἄδωρον. Ἄσε ποὺ ἔπρεπε νὰ πάω στὸ σχολεῖο καὶ νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ κάναν οἱ μεγαλύτεροι, τὸ καλοκαῖρι πάντα ποὺ ἤτανε κλειστό, γιατὶ ὁ δάσκαλος Πολῦζος δὲν ἀστειεύονταν ἅμα σὲ λάβαινε στὰ χέρια ἤ στὴν κρανίσια βέργα του. Νὰ μελανιάζουν οἱ παλάμες ἀπ’ τὴν βῖτσα, νὰ κοκκινίζουνε τ’ αὐτιὰ ἀπ’ τὰ σκαμπίλια. Τὶ νἄκανε κι αὐτὸς ὁ χριστιανὸς μὲ τόσα ζλάπια μετεμφυλιακά, ποὺ ἔπρεπε καὶ νὰ τὰ κουμαντάρῃ καὶ νὰ τὰ μάθῃ γράμματα καὶ νὰ τὰ μάθῃ τρόπους, εὐγενικὴ μορφή. Ὅταν ἀνοίγαν τὰ σχολεῖα τὸ φθινόπωρο καὶ ὅταν σφάζαν τὰ γουρούνια τὰ χριστούγεννα, οἱ ἴδιες σπαραχτικὲς κραυγὲς καὶ τὰ σκουξίματα σκίζανε τὸν ἀέρα. Εἴτε τὰ γρούνια σφάζονταν, εἴτε οἱ μαθητὲς ἀπ’ τοὺς γονεῖς τους σέρνονταν σβαρνώντας τους μὲ τὸ ζόρι πρὸς τὸ σχολεῖο, τὸν ἴδιον ἦχο ἄκουγες, τὶς ἴδιες οἰμωγές καὶ τὰ γκαρνάρια.

Τὶ εἶχε στὸ σχολεῖο; Πέτρινο διθέσιο τὸ σχολεῖο, τὸ γνωστὸ, ἀρχιτεκτονικῶς, πανελληνίως πέτρινο μερακλήδικο παραλληλόγραμμο κτῖσμα. Αὐτὸ ποὺ ἐνδιέφερε ἦταν ἡ δίφυλλη ξύλινη πόρτα του, μὲ τὰ ἐκατέρωθεν κάθετα τζάμια, ποὺ προστατεύονταν ἀπὸ καλλιτεχνικό, σιδερένιο μπακλαβωτὸ πλέγμα. Τὶς ἑνώσεις τῶν μπακλαβωτῶν στερέωναν ὁμοιόμορφες μαργαρίτες ἀπὸ μολῦβι. Μὲ σουγιᾶδες ἤ κἄνα καρφὶ ἤ ὅ,τι βρίσκαμε αἰχμηρό, σκαλίζαμε καὶ ἀφαιρούσαμε ὑπομονετικὰ τὸ μολῦβι καὶ τὸ βάζαμε σὲ ἕνα τσίγκινο κρουπάκι, κουτάκι, ποὺ βρίσκαμε, γάλακτος Βλάχας συνήθως. Ἀνάβαμε μιὰ φωτιὰ, τὸ βάζαμε ἀπὸ πάνω, ὥσπου ν’ ἀρχίσει νὰ λιώνει καὶ νὰ γίνεται παχύρευστο ὑγρό. Πολὺ ὡραῖα ὁπτικὴ ἀπόλαυση καὶ αἴσθηση ὁ καυτός, χυμένος μόλυβδος, γιὰ τὰ βουνίσια, ἀγροῖκα, παιδικά μας μάτια. Μετά, ὁ κάλυκας ὄρθιος μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς τρῦπας πρὸς τὰ πάνω καὶ χύσιμο τοῦ μολυβιοῦ μέσα στὴν τρῦπα, μέχρι νὰ φτάσει λίγο πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν μέση τοῦ κάλυκα. Λίγο πρὶν «παγώσει» ἐντελῶς τὸ μολῦβι καὶ στερεωθεῖ μέσα στὸν κάλυκα, χώναμε ἕνα καρφὶ στὸ κέντρο τῆς περιφέρειας τοῦ λιωμένου μολύβδου καὶ δημιουργούσαμε μιὰ τρῦπα στὸ πάχος τοῦ καρφιοῦ καὶ βάθους μισοῦ καρφιοῦ, ὥστε τὸ ἄλλο μισὸ νὰ ἐξέχει ἀπὸ τὸν κάλυκα. Ὅταν ἔπηζε καλὰ τὸ μολῦβι καὶ κρύωνε, ἦταν ἕτοιμο τὸ τσιουκανστάρι. Ἐξ ἀρχῆς κόβαμε τὴν μῦτη τοῦ καρφιοῦ, τὴν αἰσχύλεια «αὐθάδη γνάθον», ὥστε νὰ εἶναι ἐπίπεδη καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν λεῖα. Βρίσκαμε τρόπους καὶ τὴν τρίβαμε τὴν μῦτη τοῦ καρφιοῦ, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν σωστὴ κροῦση καὶ ἐκπυρσοκρότηση τοῦ τσιουκανισταριοῦ. Ἀπὸ ποῦ τὰ μάθαμε αὐτά, ποιὸς εὐρεσιτέχνης τὸ πρωτὄκανε, δὲν ξέρω. Ἐνδιαφέρον ἐκρηκτικὸ παιχνίδι καὶ ἐντελῶς ἀκίνδυνο, ὡς πρὸς τὰ πυρομαχικά. Σπίρτα παρμένα ἀπὸ τὸ σπίτι ἤ ἀπαλλοτριωμένα ἀπ’ τὰ είκονισματάκια. Ἀφαιρούσαμε τὴν σπιρτάδα ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν σπίρτων καὶ τὴν βάζαμε στὴν τρῦπα τοῦ μολυβιοῦ, ποὺ εἴχαμε ἀνοίξει μὲ τὸ ἄμυτο καρφί, μὲ τὸ ὁποῖο τώρα πιέζουμε τὴν σπιρτάδα νὰ πατικωθῇ καλὰ μέσα στὴν τρῦπα καὶ γεμίζουμε μέχρι τὴν μέση της. Ἔτσι τὸ καρφὶ μένει τὸ μισὸ μέσα στὴν τρῦπα, ἐφαπτόμενο μὲ τὴν λεῖα του μῦτη στὴν πατημένη σπιρτάδα καὶ τὸ ὑπόλοιπο μισὸ καρφὶ μένει μὲ τὸ κεφάλι ἔξω ἀπὸ τὸν κάλυκα. Τότε λοιπὸν ὁ τσιοκανιστὴς τὸ παίρνει μὲ τὸ καλό του χέρι, βάζει τὴν βάση τοῦ κάλυκα στὸ κέντρο τῆς παλάμης του καὶ τὸ σφίγγει μὲ γροθιά, τὸ κρατάει καλὰ μὲ τὸ καρφὶ μέσα στὸν κάλυκα, σὲ ἐπαφῆ μὲ τὴν σπιρτάδα, ἀνοίγει τὸ χέρι του καὶ τὸ κοπανάει σὰν γροθιά, μὲ αἰχμὴ τοῦ δόρατος τὸ κεφάλι τοῦ καρφιοῦ, πάνω σὲ λεῖα πέτρα τοῖχου. Καὶ μπάμ! ἀφήνοντας ὡς ἴχνος πάνω στὴν ἄσπρη πέτρα, τῶν χρόνων τῆς ἀκμῆς, ἕναν μικρὸ λευκὸ κῦκλο καὶ γῦρω του ἀνισομερῶς μαυρισμένο, ἕνα εἶδος μπατὶκ στὴν πέτρα. Εἶχε καὶ τὸ ἀποτύπωμα τὴν σημασία του, τὸ μέγεθος τῆς μουντζοῦρας καὶ τὶ σχέδιο πέτυχε. Ἔβλεπες πολλὰ τέτοια ἴχνη πάνω στὶς λεῖες πέτρες. Μὲ τὸ φῶς τῆς μέρας γίνονταν τὸ παιχνίδι, σπάνια τὶς νῦχτες, σχεδὸν ποτέ, δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμα ῥεῦμα στὸ χωριό κι αὐτὸ ἦταν περιοριστικὸ γιὰ δραστηριότητες. Εἶσαι στὸ βουνό, νῦχτα ἀσέληνη χωρὶς κανένα ἄλλο φῶς, ἐκτὸς ἀπὸ κάποια παράθυρα ποὺ τρεμοπαῖζουν λάμπες πετρελαίου πίσω ἀπὸ κουρτινάκια. Ἀναγκάζεσαι σὲ ἄλλη συμπεριφορὰ καὶ ἄλλους ῥυθμούς κάτω ἀπὸ τὰ καθαρὰ ἀστέρια ἤ τὰ σύννεφα τῆς νύχτας στὸ χωριό, ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα ζῷα, κι αύτὰ ποὺ ἦταν σταυλισμένα κι αὐτὰ ποὺ μόνα τους γυρνοῦσαν, ἀνήμερα καὶ ἥμερα.     

Μιὰ βραδυά, ἕνα ἀπροσδόκητο κι ἄξαφνο τσιουκανστάρισμα μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νῦχτας, δυὸ -τρία μέτρα πλάϊ στὸ σπίτι μας, μοῦ ἔμαθε ὅτι αὐτὸ τὸ μπὰμ μπορεῖ νὰ προκαλέσῃ πράγματα περίεργα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μαγαζὶ - παντοπωλεῖον τοῦ Στάμου, εἴχαμε καὶ μεῖς ῥαδιόφωνο στὸ σπίτι. Δυὸ τρία σπίτια εἴχαν τότε ῥάδια, ἦταν ἀκριβά, μάλιστα συγχωριανὸς μὴν βρίσκοντας νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδο στὴν Λαμία καὶ γιὰ νὰ μὴν γυρίσῃ μὲ ἄδεια χέρια στὸ χωριό, ἀγόρασε δυὸ ῥάδια, πιστεύοντας πὼς τὸ κάθε ἕνα θὰ λέει τραγούδια διαφορετικά. Ῥαδιόφωνο Telefunken καφὲ, μὲ τὴν ἐξωτερικὴ μπλὲ μπαταρία τῆς Berec, μὲ λευκὴ κοκάλινη ὄψη κι ἕνα πράσινο ἀχνὸ φωτάκι λειτουργίας, πάνω ἀριστερά. Κεῖνη τὴν ὥρα ἦταν τὸ μόνο φῶς μέσ’ στὸ δωμάτιο, γιατὶ ἔπαιζε τὸ ῥάδιο χαμηλά. Μόλις ἀκούστηκε τὸ μπὰμ ἀπὸ τὸ τσιουκανστάρι μέσ’ στὸ σκοτάδι ἔξω, ὁ πατέρας μου μὲ μιὰ γρήγορη κίνηση ἔκλεισε τὸ ῥάδιο ἀμέσως καὶ μέσα στὸ σκοτάδι ἀκίνητος κι ἀθόρυβα κοιτοῦσε στὸ παράθυρο. Σιγή. Σιγή μικρὴ κι ἀκούστηκαν φωνὲς καὶ γέλια ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ καὶ τὸ τρεχαλητὸ κατὰ τὸν Ἁηγιάννη στὰ πλατάνια ἤ καὶ πιὸ κάτω στὰ μαντριά, ποὺ ἦταν μαζεμένες οἱ ξύλινες καλῦβες μὲ τὴν βρῖζα, παράδεισος γιὰ τὶς νυχτερινὲς κρυψῶνες μας παίζοντας τοὺς Λαγοῦδες, κρυμμένοι σὰν τὸν Ὀδυσσέα καὶ τοὺς συντρόφους του ἀνάμεσα στὰ πρόβατα, νὰ μὴν μᾶς βροῦν οἱ ἄλλοι, ἡ ἀντίπαλη παρέα.

Ὅταν ξανάνοιξε ὁ πατέρας μου τὸ ῥάδιο κι ἄναψε τὸ ἀχνοπράσινο φωτάκι του, ποὺ ἔσπαζε τὸ ἀπόλυτο σκοτάδι τῆς κρεβατοκάμαρας, ἀπορημένος γιατὶ ἀντέδρασε ἔτσι κι ἔκλεισε προηγουμένως τὸ ῥαδιόφωνο ἀποκοιμήθηκα ἀπὸ ἀπορία καὶ βαρεμάρα νῦστας, ἀκούγοντας πάλι μέσα ἀπὸ παράσιτα μιὰ φωνὴ ποὺ ἔλεγε, ἐδῶ ἡ Φωνὴ τῆς Ἀλήθειας, ἐδῶ Μπὶ Μπὶ Σί, ἐδῶ Τίρανα, ἐδῶ Μόσχα, ἐδῶ Ντώϋτσε Βέλλε. Αὐτὰ συνήθως μὲ νανούριζαν πάντα χαμηλόφωνα τὶς νῦχτες, χωρὶς νὰ καταλαβαίνω τὶ λέουν!

Γύρῳ στὰ δέκα χρόνια ἀργότερα μεγάλος πιὰ τοῦ Γυμνασίου, μένοντας Ἡλιούπολη στὴν Ἀθήνα, εἶχα δικό μου ῥαδιόφωνο καὶ μάλιστα τρανζίστορ. Μιὰ νῦχτα ὁ πατέρας μου  μὲ ξύπνησε καὶ ζήτησε γιὰ να τοῦ δείξω πῶς λειτουργεῖ τὸ τρανζίστορ καὶ πῶς πιάνει σταθμούς. Τοῦ ἔδειξα καὶ πρὶν μὲ ξαναπάρει ὁ ὕπνος ἄκουγα πὼς ἄκουγε, κρατώντας τὸ τρανζίστορ στὸ αὐτί του,  ἕναν σταθμὸ μὲ πολλὰ παράσιτα, τραγούδια καὶ φωνὲς ἀνδρικὲς καὶ γυναικεῖες ποὺ ἐπαναλάμβαναν κάθε τόσο, ἐδῶ πολυτεχνεῖο - ἐδῶ πολυτεχνεῖο. Ἦταν ἀπ’ τὸ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Πολυτεχνεῖο τῆς Πατησίων, ποὺ νωρίτερα δὲν μπορέσαμε νὰ φτάσουμε μὲ τὴν ἀδερφή μου, γιατὶ μὲ τὸ ποὺ κατεβήκαμε ἀπὸ τὸ «38», τὸ ἀστικὸ λεωφορεῖο τῆς Ἄνω Ἡλιούπολης, στὸ Ζάππειο καὶ διασχίσαμε καμμιὰ πενηνταριὰ μέτρα στὸ χωμάτινο δρομάκι ἀνάμεσα στὰ δέντρα γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀμαλίας, ἄρχισαν πυροβολισμοὶ πολλοὶ κι ἀπὸ πολὺ κοντὰ, ποὺ ὅσο πηγαίναν πύκνωναν. Δὲν πήγαμε παρακάτω, σφαῖρες σφυρίζαν δίπλα μας κι οὔτε ἔβλεπες ποιὸς ἔριχνε καὶ ἀπὸ ποῦ, ξαναμπήκαμε στὸ ἀστικὸ γιὰ τὸ σπίτι στὴν Ἡλιούπολη. Οἱ γονεῖς δὲν ἐπέτρεπαν ἀπουσίες πέραν τῆς δεκάτης βραδυνῆς.  Εἶχε νυχτώσει καὶ τόσες σφαῖρες ἔπεφταν, ποὺ δὲν θὰ γίνονταν ποτές τους τσιουκανστάρια, σκότωναν ὅμως αὐτοὺς ποὺ ἀργότερα μάρτυρες θὰ γινόταν: Οἱ ἅγιοι ἀθῷοι, οἱ πέριξ τοῦ Πολυτεχνείου. Τὶ σκατὰ σκοτάδια φάγαμε ἐμεῖς ὁ λαουτζῖκος, γαμῶ τὸν Πατακό σας καὶ τὸ ἄλλον παλαβό σας!

Ἰ.Τ.Τ. ἐν Βόλῳ 1.2.2019

 

                                                                                    Ἰωάννης Τ. Τράντας